Viento Volando

Η Ιστορία του Αόρατου Βιβλίου

Mια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένα βιβλίο στο οποίο οι λέξεις ζωγραφίζονταν με τις κινήσεις του κόσμου. Το βιβλίο αυτό ζούσε στο ύψωμα ενός ουράνιου τόξου. Εκεί είχε φτιάξει ένα σπιτάκι από σύννεφα και καλπασμούς του αέρα. Γύρω από αυτό το σπιτάκι εκτείνονταν πεδιάδες από ακτίνες του ηλίου.Το πρωί, το βιβλίο, άνοιγε με ένα καλημέρα και το φως, διαπερνώντας τις πεδιάδες, έριχνε σπίθες στις άσπρες του σελίδες. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, κάθε μέρα, άρχιζαν να γράφονται οι πρώτες γραμμές του αόρατου βιβλίου.

Μετά το βιβλίο απευθυνόταν στους ήχους της φύσης. Άνοιγε τα χέρια του και άρχιζε να πετάει στον ουρανό προσπαθώντας να συλλάβει τη μουσική. Ο αέρας φυσούσε αργά. Μέσα από τις λέξεις του το βιβλίο γέμιζε σύμβολα. Υπήρχαν φορές που ο αέρας σταματούσε για λίγο. Ήταν εκείνη τη στιγμή που άρχιζε να ηχεί ο κόσμος της ψυχής του. Το βιβλίο έκλεινε τότε τα μάτια. Μαζί άνοιγαν και οι άσπρες του σελίδες. Και το βιβλίο αφηνόταν να παρασυρθεί στο μονοπάτι με τα φτερά. Σε κάθε φτερούγισμα μυριάδες γραμμές του αέρα συμπλήρωναν τη ζωή του βιβλίου. Κι έβρεχε η μουσική σοφία στο σώμα του χαρτιού. Μπορούσες να δεις το χορό που έκαναν οι νότες, ντυμένες κάθε μία από αυτές με τις εμπειρίες από τις πνοές του αέρα. Εμπειρίες από όλους τους τόπους και χρόνους του κόσμου. Το Όλο μέσα στην καρδιά κάθε ίνας του βιβλίου.

Όταν αισθανόταν ολόγιομο ελευθερία ξεκινούσε τις περιπέτειες του με το να κρύβεται πίσω από τα αυτιά του κόσμου. Εκεί ζούσε τον παλμό της ανθρωπότητας. Μέσα από την ανθρώπινη ακοή γευόταν την ακουστική ικανότητα του κόσμου. Ταυτόχρονα η έκφραση κάθε λέξεως γινόταν έναυσμα γραφής στις σελίδες του. Έτσι γέμιζε με λέξεις. Κάθε μία από αυτές, ανάλογα με τον ήχο και την προφορά της, χρωμάτιζε με διαφορετικό τρόπο τις σελίδες του γεννώντας με αυτόν τον τρόπο καινούριους κόσμους.

Αλλά το βιβλίο αυτό δεν κρυβόταν μόνο πίσω απ’ τα αυτιά του κόσμου αλλά με το να είναι αόρατο πραγματοποιούσε και τις κατεργαριές του. ‘Ετσι φυσούσε στα αυτιά των ανθρώπων κάθε φορά που αυτοί ένιωθαν άγχος και αυτοί προσπαθούσαν να καταλάβουν τί μπορούσε να είναι αυτό που τους έκανε να νιώθουν τούτο το αεράκι όταν αισθάνονταν αγχωμένοι. Μερικές φορές, όταν το βιβλίο καταλάβαινε ότι ένας άνθρωπος ήταν φίλος των ταξιδιών, πήγαινε στο αυτί του και με τις μαγικές του δυνάμεις άρχιζε να του διηγείται ιστορίες από τις εμπειρίες του ανέμου ρίχνοντας του ταυτόχρονα μια μαγική σκόνη που τον έκανε να πετάει στα διάφορα μέρη του παραμυθιού που του διηγιόταν. Άλλες φορές έμπαινε στο αυτί κάποιου περαστικού όταν αυτός τύχαινε να κοιμηθεί κι εκεί βιβλίο και περαστικός γίνονταν ένα.

Γιατί αυτό που συνέβαινε είναι ότι υποσυνείδητα με το που έμπαινε το βιβλίο μέσα σε κάποιον άνθρωπο, αυτομάτως άδειαζε από τις γνώσεις που έιχε αποκτήσει και γέμιζε από τα βιώματα της ψυχής του ανθρώπου στον οποίο είχε μπεί. Έτσι αυτός ο άνθρωπος μέσα από τα όνειρα του μπορούσε να δει το παρελθόν, τα παρόν και το μέλλον κάθε στιγμής και κάθε λεπτομέρειας των τόπων ολόκληρου του κόσμου και γι’αυτό όταν ξυπνούσε θεωρούνταν σοφός. ‘Αλλες φορές πάλι,το βιβλίο, συναντούσε κάποια έμπνευση που περπατούσε στις όχθες του ποταμού της τέχνης, και καθόταν σε μια πέτρα και κοίταζε πώς η έμπνευση ζωγράφιζε τους ορίζοντες της φύσης και πώς με αυτή την ανταλλαγή δημιουργίας ξαναγεννιόνταν οι λέξεις στον εσωτερικό του κόσμο.
Έτσι το πρώτο του ταξίδι ανά τον κόσμο της πραγματικότητας έιχε τελείώσει. Και τώρα άρχιζε το ταξίδι προς τον κόσμο της μη πραγματικότητας. Εκεί δεν υπήρχαν όρια για το βιβλίο. Αυτό που είχε μάθει από τους περιπάτους του στην πραγματική ζωή, του ήταν τώρα πολύ χρήσιμο στη μη πραγματική ζωή. Αλλά σ’αυτόν τον κόσμο έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσει να δει ακόμα πιο μακριά από το ορατό. Το πραγματικό μέσα στη μη πραγματικότητα. Το αληθινό της φαντασίας. Έτσι άρχιζε να τραγουδά. Μέσα απ’ το τραγούδι του, κάθε πράγμα που το βάραινε, έσβηνε από τις σελίδες του κι έτσι μπορούσε να τις γεμίσει με το μη πραγματικό. Ήταν το τραγούδι ονομαζόμενο Ένα. Περιείχε όλες τις εποχές και τους τόπους της μουσικής. Το Ένα της Αρμονίας. Τότε συγκεντρώνονταν κάτω απο αυτό κάποια μαγικά δέντρα. Το βιβλίο τα έβρεχε με τη μουσική του και αυτά με τα κλαδιά τους παγίδευαν όλους τους ήχους του βιβλίου στο σώμα τους και με αυτούς τους ήχους τρέφονταν τα ζωάκια που είχαν φτιάξει εκεί τις φωλιές τους. Τα ζωάκια δυνάμωναν και άρχιζαν να τρέχουν έξω από τα δέντρα μεταφέροντας τις εμπειρίες που εξιστορούσαν τα τραγούδια. Ο μη πραγματικός κόσμος, τότε, γέμιζε με ακόμη περισσότερη φαντασία αφού αυτό που εκεί μάθαινε ο κόσμος, ήταν κάτι διαφορετικό από αυτούς.

Και το βιβλίο συνέχιζε το ταξίδι του. Σε αυτόν τον κόσμο υπήρχαν κάποια πλάσματα που ονομάζονταν μυστικά. Αυτά τα πλάσματα, στο μη πραγματικό κόσμο είχαν την ικανότητα να μεταμορφώνονται κάθε φορά σε αυτό που έλεγε το μυστικό. Μια φορά ένα μυστικό μεταμορφωνότανε σε παραμύθι, μια άλλη φορά κάποιο άλλο μυστικό μεταμορφονότανε σε λέξεις, ένα άλλο σε γραφή, άλλο πάλι σε επιθυμίες και φαντασία. Το βιβλίο, τότε, σταμάτουσε να τραγουδά και άρχιζε να ακούει και να αισθάνεται τον κόσμο που το περιτριγύριζε. Αλλά ούτε και σ’ αυτόν τον κόσμο παρέμενε ήσυχο χωρίς να κάνει αταξίες. Με το που αισθανόταν ολόγιομο με μη πραγματικές αναπνοές, ονομαζόμενες εμπνεύσεις, άρχιζε να εφεύρει τις αταξιούλες του.

Σε αυτόν τον κόσμο, η μόνη κρυψώνα ήταν ο ίδιος του ο εαυτός αλλά αυτή τη φορά μεταμορφωμένο σε βιβλίο ορατό. Κάτα αυτόν τον τρόπο δεν υπήρχε περίπτωση να το δει κανείς. Τότε πλησίαζε τα χρώματα και όταν άρχιζε να τους λέει παραμύθια, τα χρώματα αναμιγνύονταν ανάλογα με το ρυθμό του κάθε χτύπου της μελωδίας που ηχούσε με την προφορά του κάθε γράμματος του παραμυθιού. Άλλη φορά πάλι αφηνόταν να το κατευθύνουν τα μονοπάτια με τις διαφορετικές μεταμορφώσεις που έπαιρναν τα μυστικά. Και το αποτέλεσμα; Τα μυστικά, κομματάκια μικρά, διεσπαρμένα ανά τον κόσμο δημιουργώντας άλλα καινούρια. Όταν το βιβλίο χαιρόταν, οι σελίδες έβγαιναν από τον εαυτό τους και σχημάτιζαν λουλούδια νέων ψυχών. Οι ονομαζόμενοι σοφοί της μη πραγματικότητας. Κάποιες φορές το βιβλίο σκαρφάλωνε ώς την κορυφή της ησυχίας. Όταν έφτανε εκεί αντάμωνε το άπειρο. Ο μη πραγματικός κόσμος έπινε τότε τους δρόμους του βιβλίου και μέσα απο εκείνη τη στιγμή το βιβλίο μεταλαμπάδευε το όλο της ψυχής του. Χρώματα, ματιές, αισθήματα, περιπέτειες, το πριν, το τώρα, το μετά.

Το βιβλίο, λοιπόν, αφού είχε βιώσει τις εμπειρίες του μη πραγματικού κόσμου γύριζε στο σπιτάκι του που όμως δεν ήταν πλέον το σπιτάκι φτιαγμένο από σύννεφα και καλπασμούς του αέρα αλλά ένα σπιτάκι που περιείχε ολόκληρο τον κόσμο. Τη νύχτα, πριν κοιμηθεί, κοιτούσε τ’αστέρια. Η σκέψη του μια κίνηση πλασμένη από μοναδικότητες, αναδυόμενες μέσα από συνδυασμούς. Την επόμενη μέρα ένα νέο ταξίδι το περίμενε. Ήταν πια ώρα να κλείσει τις σελίδες του και να κοιμηθεί.

Write a Reply or Comment Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *